Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

ΜΠΕΛΙΓΡΑΤΙΣΜΟΣ- ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ


ΣΕΠΠΕ: Η εποχή του Κοκού και του Κοκοβιού…

Η προεδρία Μπελιγράτη στην ΕΟΠΕ καθόρισε τους μηχανισμούς που θα την βοηθούσαν να αναπαράγει την εξουσία της, να εξασφαλίσει την παραμονή της σε αυτή αλλά και την διαιώνισή της. Προσπάθησε λοιπόν να φτιάξει ένα ολόκληρο σύστημα διαπλοκής συσπειρώνοντας πρόσωπα αλλά και φορείς, όπου αυτό ήταν δυνατό. Ο ΣΕΠΠΕ ήταν ο πρώτος που κινήθηκε  στην κατεύθυνση αυτή.

Η αποχώρηση του Στέλιου Προσαλίκα από τη προεδρία του ΣΕΠΠΕ, και η εκλογή του Περικλή Μπακοδήμου σε διπλό ρόλο (τεχνικός διευθυντής ΕΟΠΕ και πρόεδρος ΣΕΠΠΕ), αποτέλεσε την αρχή αυτής της εποχής.

Μιας εποχής που η αναξιοπιστία, η φαυλότητα, η αναξιοκρατία, καθόρισαν την φιλοσοφία αλλά και την στάση του, τόσο σε σχέση με την πολιτική της ΕΟΠΕ (όπου αναπτύχθηκαν μεταξύ τους σχέσεις συναλλαγής), όσο και σε σχέση με τον ίδιο τον φορέα, που αντί να προτάξει ως κυρίαρχο ζήτημα την διεύρυνση των γνώσεων, την αξιοποίηση των ρευμάτων και των θεωρητικών αναζητήσεων που ξεπερνούν τα σύνορα της χώρας, για να βοηθήσει με τις γνώσεις του τα μέλη του και κατ’ ουσίαν το ίδιο το άθλημα, αυτοί αρκέστηκαν στην δημιουργία ενός υποστηρικτικού μηχανισμού του Μπελιγράτη με αντάλλαγμα την δημιουργία ενός κλειστού επαγγέλματος, αποκομμένου από το Ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.

Έτσι μια μικρή παρέα έστησε ένα μαγαζάκι το οποίο διατηρείται μέχρι σήμερα. Κάποιες μοναχικές φωνές αξιοπρέπειας, από διαφορετική αφετηρία η κάθε μία, πέραν του Στέλιου Προσαλίκα όπως του Σπύρου Νικολάκη, του Σωτήρη Δρίκου ή ακόμη Πανεπιστημιακών όπως του Γιάννη Λάιου ή του Νίκου Μπεργελε στο θεωρητικό επίπεδο, στάθηκαν αδύνατες να εμποδίσουν το μεγάλο πάρτι και τον κατήφορο που μόλις είχε ξεκινήσει.

Άλλωστε οι συνελεύσεις του ΣΕΠΠΕ περιόδευσαν στην περιφέρεια και από υπόθεση  όλων μέχρι τις μέρες μας γίνονται σε στενό οικογενειακό κύκλο. (Αυτή τη δόξα φαίνεται ζήλεψε μετέπειτα η ΕΟΠΕ κάνοντας τις Γενικές Συνελεύσεις σε όλη την Ελλάδα).

Η αδιαφορία που αυτή η πολιτική δημιούργησε διευκόλυνε τα πράγματα. Η πρακτική αυτή διευρύνθηκε με την αλλαγή σκυτάλης στην ηγεσία του ΣΕΠΠΕ και την εκλογή του Κώστα Χαριτωνίδη στην προεδρία και του εξ αγχιστείας ανιψιού του Μπελιγράτη (εκτός από τον διορισμό του ίδιου στη ΕΣΠΑΑ και της συζύγου του στην ΕΟΠΕ) Γιώργου Σαμαρά ως Γενικού Γραμματέα μη τηρώντας ούτε τα προσχήματα για το αυτοδιοίκητο του συγκεκριμένου φορέα.

Στήριξαν την κυριαρχία τους, εκδίδοντας άδειες ασκήσεως επαγγέλματος με αντίτιμο 50- 60 €, διπλώματα με ολιγοήμερες σχολές προπονητών που τα κατοχυρώνουν να είναι ισοδύναμα με τα πτυχία ξένων ανώτατων σχολών, εμποδίζουν ξένους  προπονητές με αυτό τον τρόπο να δουλέψουν στην Ελλάδα, ενώ διοργανώνουν φθηνές εκδρομές στηριζόμενοι και στην κρατική επιχορήγηση, θυμίζοντας περισσότερο εκδρομικό σύλλογο παρά υπεύθυνο επιστημονικό και συνδικαλιστικό φορέα.

Οι συγκεκριμένοι ουσιαστικά υπήρξαν η ουρά της ΕΟΠΕ, αφού αυτοί παρείχαν τυφλή υπακοή και στήριξη στον Μπελιγράτη, ενώ αυτός από την πλευρά του προσπάθησε  με θεσμικές παρεμβάσεις να κλείσει το επάγγελμα του προπονητή, δίνοντάς τους τη δυνατότητα ταυτόχρονα οι ίδιοι να συναποφασίζουν ακόμα και για τις άδειες εργασίας μαζί με την ΓΓΑ.

Έτσι λοιπόν καταπατήθηκε κάθε έννοια αυτονομίας και υπήρξε πλήρης αποπροσανατολισμός του ρόλου του ΣΕΠΠΕ αφού αντί να κατευθύνει την εξέλιξη του αθλήματος, την τεχνική και την ανάπτυξή του καθώς και την αξιοπιστία του επαγγέλματος, μεταμορφώθηκε σε εκδρομικό σύλλογο και σε εκλογικό μηχανισμό των υποψηφίων προέδρων της ΕΟΠΕ. Αυτό ήταν η «ταφόπλακα» του θεσμικού του ρόλου.

Η περίοδος Χαριτωνίδη-Σαμάρα αποτελεί κατάντημα για το σύλλογο προπονητών, αφού το μόνο που τους απασχόλησε και τους απασχολεί είναι η εξασφάλιση των ίδιων και των οικογενειών τους να περνάνε αυτοί καλά, αδιαφορώντας γι αυτό που έπρεπε να υπηρετούν, αφού η εποχή Μπακοδήμου μπορεί να αποτέλεσε την αρχή αυτής της πορείας , αλλά ο ίδιος ήταν τουλάχιστον ικανός να διαχειριστεί  την κατάσταση.

Σήμερα δυστυχώς η εκλογή Καραμπέτσου συμπληρώνει το πάζλ, της εποχής του «Κοκού», του «κοκοβιού» και της ελεύθερης πτώσης του αθλήματος μας. Το ερώτημα που παραμένει είναι ένα: Θα τους αφήσουμε;

Συνεχίζεται…